Κοραή 79, Βόλος

της συνοικίας «και κοντυλιά δεν έγραψα δίχως ν’ αναστενάξω…» Καππαδοκία- Νικομήδεια-Βόλος 100 χρόνια μετά Εκδήλωση μνήμης 29 Μαΐου 2024, προαύλιο του Αγίου Βασιλείου Βόλου

Στον Άγιο Βασίλειο, τη μεγάλη συνοικία της πόλης, η οποία δέχτηκε ένα ακόμη κύμα προσφύγων, το δεύτερο μετά τη σφαγή της Σμύρνης το 1922,  και στέγασε μέσα από πολλά προβλήματα τους πρόσφυγες της ανταλλαγής του 1924 από την Καππαδοκία και τη Νικομήδεια κυρίως, είναι αφιερωμένη η εκδήλωση Μνήμης του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου, την προσεχή Τετάρτη 29 Μαΐου 2024 και ώρα 8 μ.μ. στο προαύλιο του Ι.Ν. Αγίου Βασιλείου Βόλου με τη συνεργασία της Ιερής Μητρόπολης Δημητριάδος και την υποστήριξη του Συλλόγου Καππαδοκών Μαγνησίας.

Από τις Μητροπόλεις της Καισάρειας και του Ικονίου, που υπάγονταν οι Έλληνες της Καππαδοκίας με συνολικά 90 περίπου τουρκόφωνα και ελληνόφωνα χωριά,  έφτασαν στην Ελλάδα κάτω από την σκληρή οδηγία μιας συνθήκης, μιας υποχρεωτικής ανταλλαγής που δεν υπολόγισε ποτέ τους ανθρώπους, τις οικογένειες και τις περιουσίες τους. Ζήλα, Μαλακοπή, Μιστί, Ανδαβάλ, Ανακού, Σεμένδιρα, Ούλαγατς, Σου Βερμεζ, Ακ-Σεχίρ, Σύλλη, Τσαρικλί, Φάρασα, Αξός, Μπορ, Νίγδη, Ακ Σαράι,  Τηλ, Γκέλβερι (Καρβάλη), Τσελτέκ, Κενάταλα είναι μερικά από τα χωριά που κατάγονται οι Καππαδόκες της σημερινής συνοικίας του Αγίου Βασιλείου καθώς και της Νικομήδειας της αρχαίας Βιθυνίας που βρίσκονται 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη στο βάθος της θάλασσας του Μαρμαρά, στον Άγιο Χαράλαμπο της Γιάλοβας, όπου το 1922 ζούσαν εκεί Έλληνες, Τούρκοι και περισσότεροι Αρμένιοι. Ήρθαν στην Ελλάδα σκορπίζοντας σε περιοχές όπως Φλώρινα,  Αλεξανδρούπολη, Ημαθία, Καλαμάτα, Τρίκαλα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη,  Αγρίνιο.

Στην Καππαδοκία, το 1921 αναφέρεται ότι ζούσαν στο χωριό Μιστί 5000 ελληνόφωνοι κάτοικοι αλλά με το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών έφτασαν στην Ελλάδα 557 οικογένειες με 3.036 άτομα. Μια ελληνική διάλεκτο μιλούσαν και μιλούν (όλο και λιγότερο) οι Ελληνόφωνες της Καππαδοκίας, με διαλεκτικές διαφορές από περιοχή σε περιοχή,  χωρίς όμως να εμποδίζεται η μεταξύ τους συνεννόηση.

Με την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, διασκορπισμένοι και αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα της επιβίωσης οι πρόσφυγες και κουβαλώντας μαζί τους αρχέγονες παραδόσεις αποτέλεσαν  έναν κρίκο ανάμεσα στον αρχαίο και νέο ελληνισμό. Τα πλοία της ανταλλαγής αποβίβασαν στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Ηγουμενίτσας και του Βόλου τους ταλαιπωρημένους Έλληνες της Μ. Ασίας στέλνοντας και τους τελευταίους ανταλλάξιμους από το λιμάνι της Μερσίνας στις 17 Δεκεμβρίου του 1924.

Περνώντας πολλές δοκιμασίες έδωσαν και πήραν πολιτισμό στο νέο τους τόπο, όπου δημιουργικοί, έξυπνοι και εργατικοί καθώς ήταν κατάφεραν να διακριθούν ως έμποροι, επιχειρηματίες, γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Σταδιακά όμως άρχισαν να ξεχωρίζουν και σε άλλους τομείς, όπως στην  πολιτική, τα γράμματα, τις τέχνες, στην επιστήμη και στην επιχειρηματικότητα γενικά.

Έτσι, λοιπόν, η προσεχής εκδήλωση με τη συμμετοχή των χορευτικών ομάδων του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου που θα αποδώσουν χορούς των περιοχών της Καππαδοκίας (Καισάρεια, Φάρασα, Νίγδη, Σινασός, Προποντίδα) με τις αντίστοιχες πλούσιες φορεσιές τους αποτελεί ένα αφιέρωμα μνήμης καθώς καθήκον και υποχρέωσή μας  είναι να τιμούμε την ιστορία και την παράδοση των προγόνων μας.

Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι  το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασης των προσφύγων στην κοντινή-από την έδρα του- συνοικία,  φρόντισε για την εκπαίδευση των κοριτσιών στις παραδοσιακές τέχνες, όπως το κέντημα, η κοπτική-ραπτική και- αργότερα- και η υφαντική, ενώ ταυτόχρονα  υποστήριξε εκατοντάδες οικογενειών στα πρώτα δύσκολα χρόνια βοηθώντας τους σε ρουχισμό και συσσίτια.

 

Λίγα Λόγια για τη θεμελίωση  του Ι.Ν. Αγίου Βασιλείου:

Ο ναός του Αγίου Βασιλείου θεμελιώθηκε το 1952 μετά από αίτημα κατοίκων της περιοχής που ζούσαν στις «παράγκες» και εκκλησιάζονταν μέχρι τότε στους ναούς της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και της Αναλήψεως. Από το 1949 οι κάτοικοι του «συνοικισμού της Ιωλκού», όπως λέγονταν τότε,  ζήτησαν την ίδρυση σχολείου και εκκλησίας από την Πολιτεία. Στο αίτημά τους συνεπικούρησε ο τότε Μητροπολίτης Ιωακείμ και το Δημοτικό Συμβούλιο Παγασών (Βόλου) με δήμαρχο τον Γεώργιο Κοντοστάνο. Το σημείο, όπου κτίστηκε ο ναός, σε  οικόπεδο έκτασης δύο στρεμμάτων, το οποίο αποτελούσε δωρεά του ζεύγους Αθανασίου και Κυρατσώς Γεωργαντζά από τη Μακρινίτσα,  ήταν τότε απόκεντρο και όλη η περιοχή ήταν μπαξέδες των κατοίκων του Αγίου Ονουφρίου.

 

Share
Share