Κοραή 79, Βόλος

Τιμήσαμε και εμείς συμβολικά από την πλευρά μας το έπος του 1940

lev1

Μεγάλη επέτειος η σημερινή (28.10.2019) και οι νεοέλληνες τη τίμησαν, όπως της αξίζει. Μεγάλη η παρέλαση που έγινε και στην πόλη μας, το Βόλο, κάτω από τις αχτίδες ενός λαμπρού ήλιου, που έλουσε το σύμπαν, προβάλλοντας ακόμη περισσότερο τη λάμψη της ιστορικής μνήμης και την ομορφιά  της νέας γενιάς,  που συμμετείχε. 

ALMYROS

Και εμείς ως μέλη ενός γυναικείου υπεραιωνόβιου θεσμού, όπως είναι το Λύκειον των Ελληνίδων, αισθανθήκαμε μεγάλη τιμή  όχι μόνον για τους πρωταγωνιστές του έπους του 40 αλλά και   για τις γυναίκες –αφανείς ήρωες, που έκαναν ότι μπορούσαν για να διευκολύνουν τη θέση της οικογένειας που έμεινε στα μετόπισθεν.

Το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου μαζί με άλλες οργανώσεις, όπου συμμετείχαν πολλές γυναίκες του Βόλου και της Μαγνησίας  ανέλαβαν το ρουχισμό των στρατιωτών στο Μέτωπο. Νέες κοπέλες, γυναίκες και γιαγιάδες πλέκουν φανέλες, κάλτσες και μπλούζες, για το στρατό, που έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος στα βουνά, όπως ωραία το αποδίδει στο ποίημα του «Ελληνίδες», ο Τίμος Μωραϊτίνης,  από τις ευγενέστερες μορφές των Ελληνικών Γραμμάτων:  «Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει/και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα/κι ενώ σκυμμένη πλέκει/έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα. Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά/που βγαίνουν από τη χρυσή τους θήκη/να αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή».  

Αλλά γενικά οι γυναίκες και μάλιστα οι μάνες του 40, επέδειξαν  ένα απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία. «Δεν υπήρξε ούτε μία μάνα που να έκλαψε, όταν ο γιος της έφευγε για το Μέτωπο», διαβάζουμε σε μαρτυρίες και στην ποίηση της εποχής, όπως το ποίημα  «Μάνα και γιος» (1940) του Νικηφόρου Βρεττάκου:

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, ορθός να στέκει ο γιος της, μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος

σα να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν

οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν «Ίτε, παίδες Ελλήνων…».

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταυρώναν στον ορίζοντα,

Ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμιά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν

Και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

Κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

Κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

 μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα

χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω από την άλλη.

FacebookTwitterGoogle+Share