Κοραή 79, Βόλος

Τάση αναζωπύρωσης της αρχαιοτέρας των τεχνών, της υφαντικής τέχνης: Η αναβίωσή της στο Βόλο από το Λύκειο των Ελληνίδων

Της Μαρίας Σπανού

Η διαχρονικότητα της υφαντικής τέχνης

Η ιστορία του πολιτισμού είναι συνυφασμένη με το ύφασμα και την ενδυμασία. Ο Γκαίτε είπε ότι η υφαντική ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο.  Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πού και πότε ξεκίνησε ιστορικά και για πρώτη φορά η τεχνική του υφαντού. Τα στοιχεία είναι λιγοστά. Ο τόπος μεταφέρεται κατά καιρούς, κάτω από το φως των νέων ευρημάτων και αποκαλύψεων. Παλαιότερες ανασκαφές επισήμαναν ως κοιτίδα υφαντουργίας την Αίγυπτο. Τη θέση αυτή πήρε αργότερα η Μεσοποταμία, ενώ ευρήματα νεότερων ανασκαφών τη μεταφέρουν στη Νότια Σιβηρία. Όπως και αν έχει το θέμα, από τότε που ο άνθρωπος αντικατέστησε την προβιά του ζώου μ' ένα κομμάτι πρωτόγονου υφαντού, επιλέγει τις υφαντικές ύλες σύμφωνα με τις γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες του περιβάλλοντος, σε συνάρτηση πάντα με την κατάκτηση της τεχνικής του υφαντού.

Στην Ελλάδα  η ιστορία της υφαντικής αρχίζει από τη Νεολιθική εποχή. Οι βασικές υφαντικές ίνες ήταν οι φυτικές (βαμβάκι, λινάρι, κανάβι) και οι ζωικές (μαλλί, μετάξι). Στα  μινωικά χρόνια  ξεχωριστή κατηγορία υφασμάτων αποτελούσαν τα αραχνοΰφαντα υφάσματα, όπως απεικονίζονται σε μινωικές τοιχογραφίες της Κρήτης και της Θήρας. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές στην ένδυση και στην παραγωγή υφασμάτων  από τις γυναίκες περιέχονται στον Όμηρο (ε΄ και ζ΄ ραψωδία της «Οδύσσειας»). Η Πηνελόπη περιμένοντας τον Οδυσσέα περνούσε τον καιρό της μπροστά στον αργαλειό, υφαίνοντας  και ξυφαίνοντας τα υφάσματα για να ξεγελά με τον τρόπο αυτό τους «μνηστήρες».  Στη μυθολογία, η Θεά Αθηνά, προστάτιδα της χειροτεχνίας και των καλών τεχνών, είχε εφεύρει τον αργαλειό. Πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει καλύτερη υφάντρα από αυτή, μεταμόρφωσε σε αράχνη την κόρη ενός βαφέα από την Ιωνία που τόλμησε να τη συναγωνιστεί.  Η υφαντική τέχνη δόθηκε στο ανθρώπινο γένος, ως δώρο από την Αθηνά, όπως αναφέρεται σε άπειρα κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας: ὅθεν Ἀθηνᾶ μὲν κομίζει τὴν ἐλαίαν τε καὶ τὴν ὑφαντικήν…. (όπου η Αθηνά φέρνει την ελιά και την υφαντική) αὐτὰρ Ἀθήνην ἔργα διδασκῆσαι, πολυδαίδαλον ἱστὸν ὑφαίνειν…..(όμως η Αθηνά δίδαξε να υφαίνουν στον περίτεχνο αργαλειό).

Ο Πλίνιος περιγράφει λεπτομερώς τον φυσικό τρόπο βαφής των κλωστών. Η υφαντική έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια. Η παραγωγή των μεταξωτών άρχισε όταν τον 6ο αιώνα μ. Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 έστειλε δυο καλόγερους στην κεντρική Ασία για να κηρύξουν τη χριστιανική θρησκεία και να μάθουν τα μυστικά της σηροτροφίας.
            Τον 17ο και 18ο αιώνα ξεκίνησε η παραγωγή των πρώτων υλών (κόκκινα νήματα) και υφαντών που προορίζονταν για εμπόριο. Ενώ η υφαντική ως οικοτεχνία ήταν έργο των γυναικών, ως εργαστηριακή τέχνη ήταν η τέχνη των ανδρών.  Στην περιοχή μας, στα Αμπελάκια Θεσσαλίας, το 1778, ιδρύθηκε ο πρώτος στον κόσμο συνεταιρισμός βαφής και κατεργασίας βαμβακιού, με υποκαταστήματα σε όλη την Ευρώπη.  

Στην Ευρώπη, στον 17ο και 18ο αιώνα, οι καλλιτέχνες του αργαλειού αντλούν την έμπνευσή τους από τους αρχαίους ελληνικούς μύθους δημιουργώντας την τέχνη της ταπισερί. Οι  περίτεχνες, πολύχρωμες δημιουργίες των Γάλλων υφαντουργών ανήγαγαν την ταπισερί σε υψηλή τέχνη   με συνδετικό νήμα,  συχνά, την  ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Αργότερα όμως  η   βιομηχανική ανάπτυξη στις χώρες της δυτικής Ευρώπης προκάλεσε ύφεση στην παραδοσιακή υφαντική.

Η άνθηση του αργαλειού στη νεότερη Ελλάδα

Στην χώρα μας,  τον 18ο αιώνα,  και ενώ στις κοινότητες του εσωτερικού και του εξωτερικού ακμάζει το εμπόριο, η αγροτική οικονομία, η βιοτεχνία και η ναυτιλία, παράλληλα ανθεί και η λαϊκή τέχνη.  Εκτός από την αρχιτεκτονική, η λαϊκή τέχνη αγγίζει όλους τους κλάδους της μικροτεχνίας και της διακοσμητικής, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αργυροχρυσοχοϊα, τη μεταλλοτεχνία, την κεραμική, την κεντητική και την υφαντική. Για δυο περίπου αιώνες,  η παραγωγή του αργαλειού, ως αυθόρμητη δημιουργία των ανθρώπινων χεριών πλουτίζει τη ζωή των ανθρώπων, προσφέροντας χαρά και ζωντάνια στην καθημερινότητά τους.

Με την εκβιομηχάνιση, τα στοιχεία του λαϊκού αυτού πολιτισμού παραμένουν εντονότερα στους αγροτικούς ή ημιαστικούς πληθυσμούς, όπου οι αλλαγές  εισχωρούν με περισσότερη καθυστέρηση απ’ ότι στα αστικά κέντρα. Έτσι, ο αργαλειός παραμένει ως  το σημαντικότερο εργαλείο για την οικιακή οικονομία της οικογένειας σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας,  έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Στο μεταξύ, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 2ού αιώνα, οπότε η γενική τάση ήταν εκσυγχρονισμός και ανανέωση ιδρύθηκαν    θεσμοί με στόχο τη διατήρηση του λαϊκού αυτού πολιτισμού, όπως το Εθνικό Iστορικό Μουσείο της Eθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, το 1882, με έμφαση στην ενδυματολογία και το πρώτο Λαογραφικό Μουσείο στην Ελλάδα, το 1918, με πρωτοβουλία του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη και του αρχαιολόγου Κων. Κουρουνιώτη. Μεταξύ άλλων, ιδρύεται και το Λύκειο Ελληνίδων το 1911 που στις βασικές του δράσεις εντάσσεται η διατήρηση του λαϊκού πολιτισμού και βεβαίως η υφαντική. Το Μουσείο Μπενάκη ακολουθεί το 1930, πολύ αργότερα το Μουσείο Ελληνικών Χειροτεχνημάτων ή «Εθνικόν Μουσείον Κοσμητικών Τεχνών»,  που το 1959 μετονομάζεται «Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης» με πρώτη διευθύντρια την Πόπη Ζώρα. Τις τελευταίες δεκαετίες ιδρύονται και άλλα ιδρύματα και, κυρίως, λαογραφικά μουσεία και αντίστοιχες συλλογές,  που  τα τελευταία  χρόνια έχουν αυξηθεί.

Διακοσμητικά θέματα της υφαντικής

Το κέντημα του αργαλειού εναρμονίζεται όπως και οι άλλες λαϊκές τέχνες  στην ελληνική αισθητική  παράδοση. Όπως και στο κέντημα,  κυριαρχεί η φυσιοκρατική και αφηγηματική αντίληψη. Αυτός ο διάκοσμος ακολουθείται στα  κάθε είδους μάλλινα χρηστικά και διακοσμητικά υφαντά  (χράμια, κιλίμια, πατανίες, καρπέτες, βελέντζες, ανδρομίδες, καραμελωτά μάλλινα κλινοσκεπάσματα, ενδυμασίες,  μαξιλάρια, διακοσμητικά είδη σπιτιού). 

Φυτικές παραστάσεις και συνθέσεις όπου κυριαρχεί η τουλίπα, ο υάκινθος, το τριαντάφυλλο, το γαρύφαλλο, όλα θέματα ανατολικής προέλευσης σε συνδυασμό με τα ελληνικά σύμβολα, από τις θρησκευτικές δοξασίες του ελληνικού λαού, όπως σταυρός, γοργόνες, φίδι, το ανθρωποκέφαλο πουλί, ο πετεινός ή ο δικέφαλος αετός. Ιστορημένες σκηνές της τοπικής ιστορίας, αφηγηματικές παραστάσεις γάμου, σκηνές ευφρόσυνες του γλεντιού και του κεφιού, ανάμεσα από μοτίβα φυτικά ή ζωικά αποτελούν πρωτότυπες διακοσμητικές συνθέσεις στα μαξιλάρια, τα  τζακόπανα, τους κρεβατόγυρους, τα τραπεζομάντηλα, τους καναπεδόγυρος, τα κασελοσκεπάσματα, τα ταπέτα, τις ποδιές και τις πάντες,   ενώ επαναλαμβανόμενες αυστηρές ταινίες συνηθίζονται να κοσμούν τα χράμια, τις καρπέτες, τις μπατανίες, σεντόνια και κάθε είδους μάλλινα και βαμβακερά σκεπάσματα. Στα διακοσμητικά υφαντά, μεταξύ των θεμάτων συνηθίζονται να αναπαριστώνται προσωπικότητες και ήρωες  συνυφασμένοι με τους αγώνες της Τουρκοκρατίας ή και του Βυζαντίου, άνθρωποι των θρύλων, άγιοι, προστάτες, η Αγία Σοφία, η βασιλική οικογένεια, η Ακρόπολη κ. ά.

Πολλά υφαντά εκφράζουν την αμεσότητα της τέχνης καθρεφτίζοντας την οικονομική άνεση του οικοδεσπότη και βεβαίως τα αισθητικά και τα παραδοσιακά κριτήρια του τόπου της καταγωγής τους, τις καθημερινές συνήθειες και τις προαιώνιες παραδόσεις.

Μεγάλες διαφορές εντοπίζονται στις νησιωτικές και τις ορεινές περιοχές με σαφή γνωρίσματα της γεωγραφικής ιδιομορφίας  όσο και της ιδιαιτερότητας των υλών. Η Υφαντική της Θεσσαλίας αποτελεί χαρακτηριστικό αυτής της ποικιλομορφίας, τέχνη που  γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση σε όλη την έκτασή της και αποτελεί σημαντικό τμήμα του λαϊκού πολιτισμού της.  Τον  χρωματικό κόσμο των Θεσσαλικών υφαντών, εναρμονισμένο με τις αναζητήσεις και τις ιδιαιτερότητες του χώρου που αναπτύχθηκαν,   περιγράφει με ποιητική διάθεση, αλλά και στοχασμό,  ο αείμνηστος Κίτσος Μακρής, στο βιβλίο του, ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας (ΕΟΕΧ), Αθήνα 1961.

Η εκπαίδευση της υφαντικής σήμερα στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, έως το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η τέχνη του αργαλειού διδασκόταν από γενιά σε γενιά. Oι νέες κοπέλες μάθαιναν την τέχνη του αργαλειού από τις παλιότερες. Η «υποχρεωτική» αυτή εκπαίδευση επιβαλλόταν κυρίως για οικονομικούς λόγους. Εκτός όμως της  αναγκαιότητας η υφαντική εξυπηρετούσε  ανάγκες διασκέδασης και κοινωνικοποίησης των γυναικών. H δημοτική μας ποίηση αφιέρωσε πολλούς στίχους στην τέχνη του αργαλειού.

Στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου μισού του  20ού αιώνα,   μετά την υποχώρηση της οικιακής οικοτεχνίας,  η υφαντική μαραζώνει. Αναπτύσσεται  η κλωστοϋφαντουργία που μαζί με την ταπητουργία και τη μεταξουργία αποτελούν έναν από τους παραδοσιακούς κλάδους της παραγωγικής οικονομίας της χώρας μας. Έτσι, για πάρα πολλά χρόνια οι γυναίκες «φώτιζαν» με τον τρόπο τους, τους δρόμους του μαλλιού, του βαμβακιού, του μεταξιού και του πολιτισμού, προτού φθάσουν να διανύουν φθίνουσα περίοδο φθίνουσα ή και  εξαφάνισης. Και αυτό επειδή, την περίοδο αυτή, το περιβάλλον δεν είναι και τόσο  ευνοϊκό για την παραγωγική δημιουργία.

Οι μόνοι δημόσιοι οργανισμοί που παρείχαν σοβαρές δυνατότητες εκπαίδευσης αυτής της τέχνης ήταν ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας και ο ΕΟΜΜΕΧ. Στον Ε.Ο.Π.  μεταξύ των προνοιακών δομών  που διατηρούνταν για παραπάνω από  40 χρόνια, σε 20 νομούς της χώρας λειτουργούσαν Σχολές Ταπητουργίας και Κιλιμοποιίας, ως εκπαιδευτικές και παραγωγικές μονάδες. Ο ΕΟΜΜΕΧ, επίσης,  προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την απειλούμενη με αφανισμό παράδοση της ταπητουργικής τέχνης, διατηρούσε, μέχρι πρότινος, σε ακριτικές, ορεινές και νησιώτικες περιοχές της χώρας ταπητουργικά εργαστήρια με 300 περίπου υφάντριες. Μεγάλες σχολές  όπως στην Ανδρίτσαινα Πελοποννήσου, τον Άγιο Γεώργιο Ηπείρου, το Αιτωλικό Ρούμελης, στα Ιωάννινα (Παπαζόγλειος Σχολή), στα Άβδηρα,  τη Νέα Καλλίστη Θράκης , την Καλλονή Τήνου, τους  Λειψούς στο Αιγαίο και αλλού,  δυστυχώς, έχουν κλείσει προ πολλού. Μεγάλο μέρος από τις αγρότισσες  παραδοσιακές υφάντριες έμειναν άνεργες.   Από τις εκπαιδευτικές δομές που εναπόμειναν, μεταξύ άλλων, παραμένει το Ίδρυμα της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής με τη Χειροτεχνική Σχολή Μονοδενδρίου.

Σήμερα υπάρχουν σκόρπιες εκπαιδευτικές δράσεις ορισμένων φορέων- κυρίως πολιτιστικού περιεχομένου,  που από αγάπη και μόνο, συμβάλλουν στη  διατήρηση αυτής της τέχνης. Κατά καιρούς οργανώνει  μαθήματα υφαντικής  και το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης Αθηνών.  Όμως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες δεν φθάνουν. Πρέπει να υπάρξει η πολιτική. Στην Ελλάδα  δεν υπάρχει  αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα ΑΕΙ. Για να σπουδάσει  κάποιος υφαντική, χρειάζεται να φύγει στο εξωτερικό. Η υφαντική στην Ευρώπη βρίσκεται στα ΑΕΙ. Στην Ελλάδα, η μόνη σχετική με την υφαντική εκπαίδευση είναι η λειτουργία  ορισμένων ΤΕΙ, όπως το Τμήμα Κλωστοϋφαντουργίας ΤΕΙ Πειραιά  και το ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, Παράρτημα  Κιλκίς «Τμήμα Σχεδιασμού & Παραγωγής Ενδυμάτων». Ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί η ίδρυση μιας πανεπιστημιακής σχολής με τμήματα υφαντικής,  ταπητουργίας, ενδυματολογίας, σχεδιασμού υφασμάτων και υφασματολογίας. Η Ελληνική Υφαντική αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας κληρονομιάς και εκτός από την ανάγκη για διατήρηση της παραδοσιακής τέχνης, μπορεί να αποτελέσει για τους νέους μελετητές – σχεδιαστές του υφάσματος μια ουσιαστική πηγή έμπνευσης, για σύγχρονες πρωτοποριακές δημιουργίες σχεδιασμού.

Σήμερα μια σημαντική δομή με τη μορφή εκπαίδευσης είναι το κίνημα «Αποστολή Πηνελόπη Γκάντι» του Πανεπιστημίου των Ορέων της Κρήτης. Το Πανεπιστήμιο των Ορέων, το Πανεπιστήμιο Κρήτης – Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και το Σχολείο Ευρωπαϊκής Παιδείας Ηρακλείου, πραγματοποιούν στο πλαίσιο της Αποστολής Πηνελόπη Gandhi, Παιδαγωγική παρέμβαση-Αλληλοδιδασκαλία, με θέμα την Ιερή τέχνη της Υφαντικής στην Κρήτη σήμερα. Επίσης, η «Πηνελόπη Γκάντι» εισάγει, αργά και μεθοδικά, την τέχνη του αργαλειού, μια δράση που από  φέτος υλοποιείται πιλοτικά σε ορισμένα σχολεία της Κρήτης με την καθοδήγηση του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Πώς, όμως, προέκυψε το όνομα «Πηνελόπη Γκάντι». Το όνομα «Πηνελόπη» παραπέμπει στην υπομονετική υφάντρια των ομηρικών επών, το όνομα του Γκάντι παραπέμπει στη μη βία. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζεται, ότι η μεγάλη αυτή μορφή της Ινδίας έχει συνδεθεί με την υφαντική, αφού ο ίδιος ο Γκάντι κατασκεύαζε νήματα για να επιβιώσει, οι δε οπαδοί του έφτιαχναν μόνοι τους τα ρούχα τους στους αργαλειούς εκείνης της εποχής.
Τα δύο αυτά ονόματα δέθηκαν στον ελλαδικό χώρο και μάλιστα στη Κρήτη, σε μια ιδανική σύζευξη για να διασωθεί μια μοναδική τέχνη και μέσα από αυτή  ο πολιτισμός και οι παραδόσεις αιώνων. Η «Πηνελόπη Γκάντι» ξεκίνησε ως πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου των Ορέων στη Κρήτη και ήδη ξεδιπλώνει τα πανέμορφα «πανιά» της για να κατακτήσει κι άλλες χώρες. Ξεχωριστός στόχος της, όμως, είναι να μπει σιγά-σιγά, αλλά συστηματικά, στην εκπαίδευση και μάλιστα στην πρωτοβάθμια. Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, μια από τις σημαίνουσες προσωπικότητες της ομάδας της αποστολής «Πηνελόπη Γκάντι», σην εναρκτήρια εκδήλωσή της, τόνισε  μεταξύ άλλων: « Η γνώση της υφαντικής είναι πολύτιμο στοιχείο του άϋλου πολιτισμού. Αυτού που προσπαθεί σήμερα διεθνώς να διασώσει η ΟΥΝΕΣΚΟ, ενώ τα προϊόντα της απαράμιλλης αυτής βιοτεχνίας, είναι λαμπρά, δείγμα του υλικού λαϊκού πολιτισμού της χώρας.

Στην καρδιά της πόλης χτυπούν οι αργαλειοί του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου: Μια καινοτόμα δράση για την αναβίωση της υφαντικής, εργαστήρι λασέ-μακραμέ, ο δαντελένιος διάκοσμος

Στην πόλη μας, το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου, πιστό στις αξίες της διατήρησης του λαϊκού πολιτισμού,  συνεχίζει με αφοσίωση, γνώση και  αγάπη την παράδοση της τέχνης του αργαλειού. Μια δράση του που ξεκίνησε πολύ νωρίς και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Από το πρώτο   εργαστήριο του αργαλειού του, το 1949,  έως και το 1988 που ο τομέας αυτός ατόνησε,    το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου  κατέγραψε σπουδαίο  έργο στον τομέα της υφαντικής με τεράστια κοινωνική προσφορά,  δια μέσου της  δωρεάν παρεχόμενης εκπαίδευσης  σε  γυναίκες της περιοχής,  οι οποίες αποζητούσαν  την εκμάθηση μιας τέχνης  που τους  βοηθούσε στην επαγγελματική τους αποκατάσταση. Σε όλο αυτό το διάστημα  των 40 χρόνων,  υπήρξαν αρκετές γυναίκες του Λυκείου, σημαντικές προσωπικότητες της τοπικής μας κοινωνίας, που όχι μόνο στήριξαν τη δράση αυτή του Λυκείου αλλά τάχθηκαν με  μεγάλη αφοσίωση στην εξυπηρέτηση των σκοπών της με συνέπεια και προσφέροντας εργασία επί πολλά χρόνια, όπως  οι αείμνηστες Ειρήνη Μπρισίμη,    Μαρία Γκέκου, Χαρίκλεια Χρυσοχοϊδη,  Λέλα Καπουρνιώτη, Μ. Ποταμιάνου, Βέρα Μυτιληναίου, Εριφύλη Κόκκαλη, Χριστίνα Καλούση και η αείμνηστη  Καίτη Ψιώτα,  η οποία υπήρξε ο στυλοβάτης και η ψυχή του εργαστηρίου του αργαλειού του, για  25 ολόκληρα  χρόνια έως και το τέλος της λειτουργίας του.

            Η υφαντική του Λυκείου εξελίχθηκε με το χρόνο  σε μια σταθερή εστία εκπαίδευσης και πολιτισμού συμβάλλοντας στη διατήρηση ενός από τους πλέον  παραδοσιακούς κλάδους της παραγωγικής οικονομίας της χώρας μας με την παραγωγή ενός πολύ σημαντικού αριθμού προϊόντων υφαντικής,  αναδεικνύοντας  την ευαισθησία, τη χάρη και την καλλιτεχνική ευαισθησία των γυναικών μιας άλλης εποχής.

Μετά την κατάργηση της δράσης αυτής, το Λύκειο  των Ελληνίδων Βόλου διατηρώντας τον εξοπλισμό του εργαστηρίου των αργαλειών,  την ζωηρή ανάμνησή του και προπαντός τον ενθουσιασμό για την αναβίωσή του, προ τετραετίας,  κατάφερε  να επαναλειτουργήσει το εργαστήριο αυτό. Η λειτουργία του εργαστηρίου υφαντικής, πλήρως εξοπλισμένο,  σήμερα  δίνει με αυτόν τον τρόπο έμφαση, όχι μόνο στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και στην πολύτιμη αυτή παραδοσιακή τέχνη.  Σκοπός της επαναλειτουργίας εργαστηρίου αυτού   είναι η διατήρηση των παραδοσιακών τεχνών, που σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν. Παράλληλα, όμως, στοχεύει να δώσει σε γυναίκες και άνδρες της ευρύτερης περιοχής μας, μια σοβαρή πρόταση  δημιουργικής απασχόλησης του ελεύθερου χρόνου τους,  και γιατί όχι και επαγγελματική κατάρτιση και διέξοδο σε μία εποχή, όπου η ανεύρεση εργασίας είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Το πιο σημαντικό και ελπιδοφόρο  είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται όχι μόνο να μάθουν αργαλειό, αλλά γιατί εκτιμούν αυτά που ακόμη υπάρχουν γύρω τους και θέλουν ν’ αποκτήσουν βιωματική σχέση με το ύφασμα,  που είναι απόλυτα συνυφασμένο με τη ζωή του ανθρώπου.  Το  μεράκι παραμένει ακόμη  ζωντανό για την αναγέννηση αυτής της τέχνης.  Αυτό αποδεικνύει η προσπάθεια του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου, που σε πείσμα των καιρών,  προτάσσει στους στόχους του τη  συνέχιση αυτής της λειτουργίας, του εργαστηρίου υφαντικής  μαζί και του πολύ ενδιαφέροντος για τη δημιουργική απασχόληση εργαστηρίου λασέ και μακραμέ.  Η ανταπόκριση είναι πολύ θετική. Και το πιο σημαντικό  είναι ότι ανταποκρίνονται σ’ αυτή την καινοτόμα δράση νέοι άνθρωποι, ακόμα και παιδιά, όπως το περυσινό πιλοτικό πρόγραμμα.

Για το λόγο αυτό, μετά από ένα σύντομο πιλοτικό πρόγραμμα για παιδιά που έγινε πέρυσι με επιτυχία, φέτος θα επιδιωχθεί η  υφαντική τέχνη να μπει  στα σχολεία μέσα από αντίστοιχο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Είναι μια προσπάθεια που θα αρχίσει φέτος  να υλοποιείται στους χώρους του εργαστηρίου ως ένα δημιουργικό μάθημα ζωής με απώτερο στόχο την επαφή των νέων γενεών με μία τέχνη, που απειλείται από αφανισμό.

Τέλος, σύντομα θα ανακοινωθεί η οργάνωση ενός μηναίου σεμιναρίου της τέχνης της σύγχρονης ταπισερί,  ενταγμένο στις δράσεις διατήρησης των παραδοσιακών τεχνών του ΛΕΒ.

Η διεύθυνση του πλήρως εξοπλισμένου εργαστηρίου του αργαλειού και του λασέ-μακραμέ είναι: Δον Δαλεζίου &  Ρ.Φεραίου.  Πληροφορίες-εγγραφές καθημερινά: 2421-33938, 2428091306, 6946592485 και 6983280725.

FacebookTwitterGoogle+Share